Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Ταξιδεύοντας στη Σίκινο...

 
Περιτριγυρισμένη από τη Σαντορίνη, την Ιο και τη Φολέγανδρο, σε κερδίζει γρήγορα. Είναι θερμή, απροσδιόριστη, βυζαντινή. Και αφού την αγαπήσεις πολύ, σε κάνει να θέλεις να την επισκεφτείς ξανά και ξανά.


Στην αυγή του 18ου αιώνα, ο Γάλλος βοτανολόγος J. P. Tournefort έγραφε ότι η Σίκινος έχει ακόμα «αρκετό κρασί ώστε να δικαιολογείται το παλαιό της όνομα (Οινόη)», ενώ εκατό χρόνια αργότερα ο αρχαιολόγος L. Ross κατέγραφε τα χαρακτηριστικά της: «Ορεινή, ξηρά, λεπτόγεως και άνυδρος, πλην τα προϊόντα αυτής, αν και ολίγα, είναι φυσικώς καλά». Πόσα έχουν αλλάξει από τότε; Αρκετά. Οχι όμως πολλά. Σήμερα το νησί διαθέτει ATM για αναλήψεις μετρητών και παρέχει στους επισκέπτες δωρεάν ασύρματο Ιντερνετ - με το που φτάσει δηλαδή κανείς στο λιμάνι της Αλοπρόνοιας και ανηφορίσει λίγο προς τη Χώρα, μπορεί να μπει από το κινητό στα e-mail του (αν και δεν υπάρχει λόγος). Προ διετίας προστέθηκε στις παραπάνω από εξήντα εκκλησίες ένα... μεταμοντέρνο εκκλησάκι με ντιζάιν αισθητική, που ξεχωρίζει: η Παναγία Παντοχαρά είναι ένα αφιέρωμα του Οδυσσέα Ελύτη στο νησί και χτίστηκε κατά παραγγελία του μετά το θάνατό του. Κατά τα άλλα, Επισκοπή, Χρυσοπηγή και Παντάνασσα παραμένουν ως είχαν.
«Η Επισκοπή είναι το πιο αλλόκοτο μνημείο της Σικίνου. Είχε θεωρηθεί ναός του Πυθίου Απόλλωνα, αλλά τελικά αναγνωρίστηκε ως ρωμαϊκό μαυσωλείο του 3ου αιώνα μ.Χ., που αργότερα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό με τρούλο». Κάνει ζέστη, ο ήλιος με χτυπάει στο κεφάλι κι όπου κι αν σταθώ, μου φωνάζουν «να φύγω από μπροστά». Η εκκλησία βομβαρδίζεται από φωτογραφικά κλικ, με τους ερασιτέχνες πλην επίμονους φωτογράφους της ομάδας να είναι ακροβολισμένοι παντού. Διαφωνώ! Η Επισκοπή απαιτεί να την αφουγκραστείς με ησυχία. Στα ρούχα της είναι ραμμένη ολόκληρη η ιστορία της Σικίνου, χρειάζεται χρόνος και σιωπή για να σου χαρίσει τα δώρα της. Η Χρυσοπηγή, πάλι, «σηκώνει» λίγη φασαρία: γυναικείο μοναστήρι του 1690, που χτίστηκε «στην άκρη του γκρεμού», κουβαλάει πάθη, μυστικά περάσματα, «πολεμίστρες και ζεματίστρες», καθώς υπήρξε το «ύστατο αλλά μάταιο οχυρό των κατοίκων από πειρατικές επιδρομές, βιασμούς και λεηλασίες». Με λεπτομέρειες μας εξιστορεί το παρελθόν των σικινιώτικων ναών, ξεναγώντας μας και στην Παντάνασσα, στην κεντρική πλατεία του Κάστρου, ο παπα-Σπύρος, πληθωρικός κληρικός που όλο μιλάει για κορίτσια, με φλερτάρει (γιατί «την είδα εγώ τη γαλανομάτα») - όταν χαιρετιόμαστε, μου δίνει και δυο φιλιά!
Δεν έχει όμως μόνο εκκλησίες το νησί. Εχει στενά δρομάκια και πράσινες πλαγιές, άσπρα σπίτια, λεπτοκαμωμένα μονοπάτια και ένα κτίσμα-κόσμημα του 1901, ένα παλιό σχολείο δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που θα επαναλειτουργήσει ως χώρος πολιτισμού. Γύρω στους 15 μαθητές (σε σύνολο 260 κατοίκων) στελεχώνουν δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο, ενώ το μεσημέρι πετυχαίνουμε και τον νεαρό αγροτικό γιατρό, την ώρα που πίνει τσίπουρο με την παρέα του σε ουζερί της Χώρας.
Οργανωμένη κτηνοτροφική δραστηριότητα δεν υπάρχει - υπάρχει όμως μελισσοκομία και σικινιώτικο κρασί, λευκό, ροζέ και λιαστό, από το οινοποιείο του Μάναλη, που (δυστυχώς για εμάς) «αυτές τις μέρες παντρεύει την κόρη του» και δεν είναι παρών να μας ανοίξει να το δούμε.
Είναι βέβαιο, η Σίκινος είναι νησί ιδιαίτερο, που αποζητά ποιοτικό τουρισμό και ανάπτυξη ήπιας μορφής, «συντηρεί τα μονοπάτια της, κατασκευάζει δεξαμενή συλλογής ομβρίων για την άρδευση των καλλιεργειών και διοργανώνει παν-κυκλαδικό αρχαιολογικό συνέδριο για την αποκατάσταση των μνημείων της, όταν το μοναδικό μέσο προβολής άλλων τόπων είναι η συμμετοχή σε τουριστικές εκθέσεις του ήλιου και της θάλασσας» (από εισήγηση της ΜΚΟ Media dell’ Arte). Πάνω απ’ όλα, όμως, η Σίκινος είναι ένας «τόπος αυτόφωτος», όπως διαπιστώνει ο Γιάννης, παλαίμαχος στο ταξιδιωτικό ρεπορτάζ. «Δεν λαμβάνει ενέργεια» από τις γείτονες Κυκλάδες, περισσότερο «την εκπέμπει». Αλήθεια είναι αυτό. Μικρή, περιτριγυρισμένη από «μεγάλα ονόματα» του αρχιπελάγους -Σαντορίνη, Ιος, Φολέγανδρος-, στην αρχή μοιάζει κάπως αδιάφορη, αλλά έπειτα από λίγες ώρες περιήγησης σε κερδίζει. Είναι θερμή, απροσδιόριστη, βυζαντινή. Εχει αφομοιώσει τόσο αρμονικά τις διάφορες πτυχές του παρελθόντος της, το έλλογο και το μεταφυσικό στοιχείο της, που σε κάνει να θέλεις να την ξαναεπισκεφτείς μόνη. Μακριά από επαγγελματικές υποχρεώσεις. Με αρκετό χρόνο για να την ψάξεις με την ησυχία σου. Λες;